Γράφει: Ο Κουμπάρος

«Βραδάκι ήτανε. Καθόμουν – θυμάμαι – μόνος στον καναπέ και έκανα ζάπινγκ. Πέφτω πάνω στο Σαρβάιβορ. Ωωωωπα λέω, κοίτα κάτι κοπελάρες και κάτι παλικάρια, όλοι γυμνασμένοι. Τούμπανοι! Κι εγώ; Τι κάνω εγώ;

Ξαφνικά το μυαλό κάνει κλικ! Θα πάω γυμναστήριο. Θα κάνω διατροφή και θα γίνω χτιστός σαν 5όροφη. Την άλλη μέρα πηγαίνω τζιμ. Έρχεται ένας κυριούλης να με υποδεχθεί – το πόδι μου ίσαμε το χέρι του ήτανε.

-Γεια σας, μου λέει.

-Γκουντμόρνινγκ, ήρθα να γραφτώ γυμναστήριο, του λέω.

Κοιτάω αριστερά, κοιτάω δεξιά, κάτι μηχανήματα, κάτι καθρέφτες, κάτι σιδεριές ψηλές, άλλο πράμα. Συμπληρώνουμε τη φόρμα. Μου λέει θα σας δώσει η Μαρία πρόγραμμα, να ξεκινήσετε χαλαρά.

Ωωωωπα σκέφτομαι. Άντε να γίνω ρόμπα σε σένα, οκ! Στη Μαρία όμως; Αμαρτία! Έρχεται μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά και με καλημερίζει. Εγώ σοβαρός, μετρημένος. Έχω σκοπό εγώ! Θα γίνω Σαρβάιβορ. Αλλά παράλληλα…ρόμπα στη Μαρία; Θα κάνετε μου λέει διάδρομο. Πηγαίνω στα μηχανήματα. Αριστερά κάτι άσβερκοι να σηκώνουν 200 κιλά και κόκκινοι σαν τα μπαρμπούνια, δεξιά κάτι κορτσούδια να χορεύουν με μουσική και πάρε δώσε και ώπα.

Ωωωωχ φέρτε μου βάρκα να κάτσω!

Ξεκινάω διάδρομο. 10 λεπτάκια. Ωραίο! Έβλεπα και στο μόνιτορ κάτι ζωάκια. Μετά, λέει η Μαρία θα κάνετε κωπηλατική. Άτσα!! Καλό ακούγεται. Κάθομαι κι αρχίζω να τραβάω ένα σκοινί. Αλλά για να μην πάρουν χαμπάρι πως είμαι πρωτάρης, αρχίζω τις απλωτές γρήγορα, με πάσσιον. Αφού τελειώνω, σηκώνομαι…Η πίεση ήτανε 3 η μικρή, 4,5 η μεγάλη. Σκοτοδίνη, κάτι πεταλούδες να κυκλοφοράνε πάνω από το κεφάλι μου.

-Όλα καλά; ρωτάει η Μαρία.

-Αφγφδντξψξ, της λέω εγώ. Αναπνοές δεν είχα.

-Να κάνουμε λίγο δικέφαλο, λέει.

Ωωωωπ, παοκάρα! Τώρα θα της δείξω. Κάνω βαράκια μπροστά στον καθρέφτη, τσεκάρω και τους δίπλα τι κάνουνε. Τραβάω κάτι σχοινιά, κάνω και κάμψεις για σβήσιμο. Τελειώνω το πρόγραμμα και  – μάλλον – φεύγοντας τους χαιρέτησα. Δεν θυμάμαι. Δεν επικοινωνούσα.

Γυρνάω στο σπίτι, κουλ. Να φάω κατιτίς, πέθανα από τη νηστικάδα. Υγεία όμως. Θα βράσω ένα μπρόκολο. Δυο μέρες μύριζα σαν τον μπαρμπα Στάθη. Το σπίτι είχε μυρωδιά έεεεελα πάρε απ’όλα έχω. Την άλλη μέρα ξυπνάω. Τα μόνα που δεν ήτανε πιασμένα στο σώμα μου ήτανε τα μάτια και τα μαλλιά μου! Μέχρι να φτάσω να κάνω καφέ, δάκρυσα. Λες και με περάσανε από πριονοκορδέλα. Για να φορέσω παπούτσια μόνο την Πυροσβεστική που δεν κάλεσα για βοήθεια.

Για όλα φταίει το Σαρβάιβορ. Αυτό και η Μαρία. Δεν έρχεσαι έτσι κοπέλα μου χαλαρή, με το ισοτονικό στο χέρι και το κορμί λαμπάδα τζάμπο να μας δώκεις πρόγραμμα!!

Άσε τον μάστορα εκεί να μας δείξει…να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο!

Με αυτό το κείμενο εγκαινιάζουμε τη νέα στήλη μας! Γιατί αυτός ο κουμπάρος θα σε κάνει να πέσεις κάτω από τα γέλια!

(Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή του άρθρου χωρίς άδεια)

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα! 

 

Write A Comment