Μινιόν – Το κατάστημα των παιδικών μας χρόνων – Η πρωτοποριακή αρχή και το τραγικό τέλος

Δεν το έζησα εγώ. Θα ήθελα πολύ, αλλά μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη.

Όμως πάντα με εξιτάρουν οι ιστορίες από το «μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα» που υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα. Οι εικόνες, η χαρά, ο καλός και ζηλευτός εργοδότης που θα θέλαμε όλοι μας.

Γι αυτό θέλησα να δώσω στο Μινιόν μια θέση στο e-mama.

Και φαίνεται ότι έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον!

Υπήρξε για δεκαετίες το «μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα» της πρωτεύουσας. Και ίσως ο πιο αγαπημένος προορισμός των Αθηναίων.

Για το Μινιόν ο λόγος, του οποίου η ιστορία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το ελληνικό εμπόριο.

Δυστυχώς, αν και αναμφισβήτητα υπήρξε εκ των κορυφαίων της αγοράς, δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις εξελίξεις και τελικά έβαλε λουκέτο το 1998.

Σύμφωνα με to-paliatzidiko, το Μινιόν υπήρξε δημιούργημα ενός φτωχού χωριατόπαιδου, του Ιωάννη Γεωργακά. O οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε μια από τις πλέον εμβληματικές επιχειρηματικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης Ελλάδας.

Γεννημένος το 1913 σε χωριό της Ολυμπίας, από πάμφτωχη οικογένεια, ο Γεωργακάς στα 13 του καταφθάνει μόνος στην Αθήνα για να αναζητήσει καλύτερη τύχη.

Διψώντας για γνώση, γράφεται σε νυχτερινό σχολείο για εμποροϋπαλλήλους. Στη διάρκεια της ζωής του θα αποκτήσει δύο πανεπιστημιακά διπλώματα, ένα στα 45 και το άλλο στα 83 του χρόνια. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας αρχίζει να δουλεύει πλασιέ με το ποδήλατό του, προμηθεύοντας με μικροπράγματα τα περίπτερα.

Μινιόν – Το κατάστημα που μεσουράνησε – Η πρωτοποριακή αρχή και το τραγικό τέλος

Ο νεαρός θα γοητευτεί από ένα περίπτερο στα Χαυτεία, το Μινιόν. Αυτό διέφερε από τα υπόλοιπα, αφού διέθετε μια ευρεία γκάμα προϊόντων. Όπως τσιγάρα, εφημερίδες, στυλό, γυαλιά, είδη καπνού και μια σειρά από χρηστικά μικροαντικείμενα. Κάπου εδώ ξεκινάει η επιχειρηματική δράση του Γεωργακά. Ο οποίος πείθει τον ιδιοκτήτη του Μινιόν, Άγγελο Σεραφειμίδη, να συνεταιριστούν.

Οι δύο συνεταίροι υιοθετούν πρωτοποριακές πρακτικές για να προσελκύσουν πελατεία.

Όπως χαρακτηριστικά έγραψε αρκετά αργότερα ο Γεωργακάς στην αυτοβιογραφία του: «Πουλούσαμε πακετάκια με δέκα λάμες, αντί να πουλάμε ένα ένα τα ξυραφάκια, σε καλές τιμές. Για τον κοσμάκη, αυτό ήταν μεγάλη οικονομία»

Οι δουλειές μεγαλώνουν αλλά ο Γεωργακάς θα μείνει μόνος. Αφού ο Σεραφειμίδης αποχωρεί από την εταιρεία. Αυτό, βέβαια, δεν θα πτοήσει τον φιλόδοξο επιχειρηματία, ο οποίος σύντομα θα ξεδιπλώσει το επιχειρηματικό του ταλέντο.

Παρά τις δυσκολίες, ο Γεωργακάς θα συνεχίσει απρόσκοπτα το έργο του. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα αγοράσει ένα δεκαώροφο κτίριο. Και λίγο μετά αγοράζει και το διπλανό του.

Τη δεκαετία του ’70, το Μινιόν έχει πια μετατραπεί σε ένα τεράστιο σύγχρονο πολυκατάστημα.

Το ενδέκατο μεγαλύτερο σε μέγεθος σε όλη την Ευρώπη. Με τις ετήσιες πωλήσεις να προσεγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο δραχμές. Αναδεικνύεται σε σήμα κατατεθέν της πρωτεύουσας, όπου κάποιος θα μπορούσε να βρει –σε προσιτές τιμές- από καρφίτσες και τρόφιμα μέχρι ηλεκτρονικά και αυτοκίνητα. Ενώ αναμφίβολα καταφέρνει να συνδεθεί με τις ομορφότερες στιγμές στη ζωή των Αθηναίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τις γιορτές πλήθος κόσμου συρρέει για να φωτογραφηθεί με τον Άγιο Βασίλη. Αλλά και να γνωρίσουν τον ευγενέστατο κύριο, τον ίδιο τον ιδρυτή, που ήταν πάντα εκεί μοιράζοντας σοκολάτες στα παιδιά.

Μινιόν – Το κατάστημα που μεσουράνησε – Η πρωτοποριακή αρχή και το τραγικό τέλος

Ο Γεωργακάς ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του.

Δεν ήταν τυχαίο ότι το Μινιόν ήταν το πρώτο κατάστημα στην Ελλάδα που καθιέρωσε τις ετήσιες εκπτώσεις.

Κατήργησε τα παζάρια θέτοντας καθορισμένες τιμές.

Καθιέρωσε τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.

Εγκατέστησε κυλιόμενες σκάλες, χρησιμοποίησε Η/Υ.

Εισήγαγε τη λίστα αγορών και τη λίστα γάμου, εγκατέστησε κλιματιστικό.

Και λειτούργησε στις εγκαταστάσεις του κομμωτήριο, καφετέρια, εστιατόριο, μπαρ, ακόμα και ταξιδιωτικό γραφείο.

Ο πιο αγαπητός εργοδότης

Οι εργαζόμενοι του λάτρεψαν τον Γεωργακά.  Και πώς να μην τον λατρέψουν αφού τους έδωσε ξεχωριστές παροχές. Για παράδειγμα, από τη δεκαετία του ΄70 έδινε πριμ για το κόψιμο του τσιγάρου. Ή μπόνους για όσους δεν αργούσαν στη δουλειά.

Τους κερνούσε τον καφέ και διοργάνωνε εκδρομές για τους υπαλλήλους με έξοδα της εταιρίας. Πολλούς μάλιστα τους πάντρευε και γίνονταν κουμπάροι.

Μινιόν – Το κατάστημα που μεσουράνησε – Η πρωτοποριακή αρχή και το τραγικό τέλος

Όμως, η επιτυχία του Μινιόν και του ιδρυτή του κάποια στιγμή θα έφθανε στα όριά της.

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του 1980, όταν ένας εμπρησμός θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την πτώση του ιστορικού ονόματος. Τρεις ώρες μετά τα μεσάνυχτα, εκείνης της Παρασκευής, ακούγονται εκρήξεις. Τα πολυκαταστήματα τυλίγονται στις φλόγες, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όπως περιέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες.

Η πυρκαγιά ξεκινά από τους υψηλότερους ορόφους, όπου βρίσκονται τα πλέον εύφλεκτα υλικά. Γεγονός που βεβαιώνει ότι πρόκειται για εμπρησμό.

Σαράντα δύο οχήματα με 135 άνδρες της πυροσβεστικής καταφθάνουν στο σημείο. Όμως η καταστροφή είναι εκτεταμένη. Από το «Μινιόν» έχει απομείνει μόνο ο σκελετός του κτιρίου ενώ το «Κατράντζος» καταρρέει. Η πυροσβεστική υπολογίζει ότι οι ζημίες ανέρχονται στα δύο δισ. δραχμές.

Μόλις το έμαθαν οι εργαζόμενοι του Μινιόν έτρεξαν στο σημείο να δουν τι συνέβη. Οι περισσότεροι έκλαιγαν απαρηγόρητοι σαν να κάηκε το δικό τους μαγαζί.

Μινιόν – Το κατάστημα που μεσουράνησε – Η πρωτοποριακή αρχή και το τραγικό τέλος
Φωτογραφίες από το διαδίκτυο

Την ευθύνη του εμπρησμού ανέλαβε η οργάνωση-φάντασμα «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80». Μεταξύ άλλων, στην προκήρυξη αναφερόταν ότι «κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται της ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια».

Η καταστροφή είναι ολοσχερής, πάνω από δύο δισεκατομμύρια υπολογίστηκαν οι ζημιές.

Όμως ο Γεωργακάς αρνείται να κηρύξει πτώχευση και ξαναφτιάχνει το «παιδί του» με τη βοήθεια των υπαλλήλων του και την αμέριστη αγάπη του κόσμου.

Το νέο Μινιόν σε χρόνο ρεκόρ θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του, όμως τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Το 1983 περνάει στα χέρια τού κράτους, αφού εντάχθηκε στις λεγόμενες «προβληματικές επιχειρήσεις». Όμως εξακολουθεί να παραμένει στάσιμο σε μια εποχή όπου οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Καθώς κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα shop in shop καταστήματα, που σύντομα θα άλλαζαν την εικόνα του λιανεμπορίου.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ο Γεωργακάς, μαζί με μια ομάδα επιχειρηματιών, αποκτά ξανά, το 1991, τον έλεγχο του «παιδιού» του.

Ένα χρόνο μετά, όμως, καταπονημένος σωματικά και ψυχικά και σε προχωρημένη ηλικία, στα 79 του, αποφασίζει να αποχωρήσει πουλώντας το μερίδιό του. Το Μινιόν, που πλέον αδυνατεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, αρχίζει να απευθύνεται σε ένα διαφοροποιημένο κοινό, με ελαφρώς αυξημένες τιμές.

Το οριστικό κλείσιμο

Το «μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα», στην εποχή της ακμής του απασχολούσε 1.000 υπαλλήλους και διέθετε 120.000 διαφορετικά είδη.

Αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τα πιο φθηνά καταστήματα, κυρίως τον Λαμπρόπουλο, και έχοντας να αντιμετωπίσει μια σειρά από δυσμενείς καταστάσεις όπως προβλήματα ρευστότητας. Αλλά και κακές σχέσεις με προμηθευτές και την αποκάλυψη κυκλώματος εκβιασμών, που λειτουργούσε στον ημιώροφο του κτιρίου, έκλεισε το 1998.

Ο σκαπανέας του ελληνικού εμπορίου, ο επιχειρηματίας που μόχθησε ως το τέλος της ζωής του και επέδειξε κοινωνική ευαισθησία και ήθος, σπάνια χαρίσματα στην εποχή μας, απεβίωσε το 2002 σε ηλικία 90 ετών.

*Μη φύγεις αν δεν διαβάσεις το άρθρο -> Bibi-bo – Η κούκλα των παιδικών μας χρόνων”

Αλλά και το -> “Τα Χριστούγεννα που έζησα ως παιδί στα 80’s και 90’s”



Λίζα

Κάντε κλικ στα εικονίδια και ακολουθήστε μας στις σελίδες μας στο facebook και στο Instagram!

Write A Comment

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.