Μαμά φοβάμαι, γιατί μας χτυπάει ο μπαμπάς;

Η Ε. μου εμπιστεύτηκε την ιστορία της και μου άνοιξε την καρδιά της όταν διάβασε το άρθρο μου «Σε παρακαλώ μπαμπά». Είναι συγκλονιστικό να διαβάζεις τις μνήμες ενός μικρού παιδιού που πέρασε όλα αυτά. Κανένα παιδί δε πρέπει να έχει άσχημες μνήμες από την παιδική του ηλικία. Από κανενός παιδιού το στόμα δε πρέπει να βγαίνει το «Μαμά φοβάμαι, γιατί μας χτυπάει ο μπαμπάς;»

Διαβάστε το κείμενο της Ε:

Πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να μεγαλώνει σε ένα σπίτι με φασαρίες, φωνές, βρισιές και ξύλο…

Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν πολύ λίγες οι στιγμές που δεν φοβόμουν και αυτό συνέβαινε μόνο όταν έλειπε ο πατέρας μου. Δεν έπινε, δεν είχε κάποιο πρόβλημα, απλά είχε πολύ θυμό και ξεσπούσε επάνω μας. Ήμουν ένα μικρό κοριτσάκι που ίσα ίσα έφτανα μέχρι το γόνατο του αφού ήταν πολύ ψηλός, αλλά δεν τον ένοιαζε. Κάθε που γύριζε από τη δουλειά ξεκινούσε ο καβγάς, πάντα άφηνε στη μέση το φαγητό του και άρχιζε να μας χτυπάει χωρίς λόγο. Μπορεί να ξεκινούσε καβγά επειδή… έλειπε το αλάτι από το τραπέζι. Θυμάμαι ότι έπαιρνε τη μασιά της ξυλόσομπας που ανακατεύαμε τα κάρβουνα και χτυπούσε τη μαμά μου. Ήμουν πολύ μικρή αλλά έμπαινα στη μέση και εκείνος έδερνε και εμένα. Έσκυβα το κεφάλι και έκλεινα τα αυτιά μου, δεν ήθελα να ακούω, νόμιζα πως όταν θα ανοίξω τα μάτια και τα αυτιά μου αυτό θα έχει τελειώσει σαν ένα κακό όνειρο… Μάταια…

Με έπαιρνε στην αγκαλιά της η μαμά μου και με έσφιγγε τόσο πολύ! Προσπαθούσε να προστατέψει εμένα αλλά και τον εαυτό της, ίσως έχοντας εμένα στην αγκαλιά της πίστευε ότι ο πατέρας-τέρας θα σταματήσει να τη χτυπάει. Θυμάμαι μια μέρα μόλις μπήκε σπίτι με άρπαξε και με έβαλε στο δωμάτιο, δεν μπορούσα να βγω αλλά έβλεπα από την κλειδαρότρυπα. Την άρπαξε από τα μαλλιά και τη πέταξε πάνω στο τραπέζι. Έπεσε με το στήθος στη γωνία του τραπεζιού… Πονούσε όλο μου το κορμάκι έτσι όπως την έβλεπα να υποφέρει και δεν μπορούσα να κάνω κάτι, μόνο φώναζα τόσο δυνατά αλλά κανείς δεν μπορούσε να με ακούσει. Το σπίτι μας ήταν στο τέλος του χωριού και οι γείτονες πολύ μακριά… Καθώς περνούσαν τα χρόνια μεγάλωνα και καταλάβαινα ότι μπορούσα να επιτεθώ μόνο λεκτικά, αλλιώς ήταν αδύνατον. Είχε ένα καλό όμως ο πατέρας-τέρας

Έφευγε για μέρες…κανείς δεν ήξερε που πήγαινε και έτσι μπορούσαμε να περάσουμε μερικές μέρες ηρεμίας.

 

Μια φορά έφυγε και μας κλείδωσε στο σπίτι επειδή τον είχε απειλήσει η μητέρα μου ότι θα με πάρει και θα εξαφανιστούμε. Μας κλείδωσε πριν φύγει και έτσι δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Ήταν αργά το βράδυ και δεν άντεχε η μαμά μου άλλο, με έντυσε και με έβαλε να σκαρφαλώσουμε την μεγάλη καγκελόπορτα. Φοβόμουν τόσο πολύ που δεν σταματούσα να φωνάζω:  «Μαμά φοβάμαι…» Ήταν η πρώτη φορά που μου φώναξε η μητέρα μου αλλά έβλεπα στο πρόσωπο της το φόβο, φοβόταν περισσότερο από εμένα… Και έτσι φύγαμε φτάσαμε σε μια άλλη πόλη μέχρι το σταθμό λεωφορείων. Αλλά για κακή μας τύχη κάποιος που μας είδε τον ειδοποίησε. Ποτέ δεν έμαθα ποιος και γιατί. Ήρθε σαν κύριος και μας πήρε, μας ξαναγύρισε σπίτι, στο κακό σπίτι όπως το έλεγα μικρή… Και εκεί άρχισε πάλι το μαρτύριο. Πριν προλάβουμε να μπούμε μέσα άρχισε να την χτυπάει και μαζί με εκείνη και εμένα. Εγώ στην αγκαλιά της μαμάς, μας χτυπούσε και τις δυο χωρίς να ξέρω τι γίνεται και γιατί γίνεται. Απλά φώναζα: «Μαμά φοβάμαι, γιατί μας χτυπάει ο μπαμπάς; Μαμά γιατί το κάνει αυτό, μαμά πονάω!». Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα εμένα και τη μαμά μου μέσα στα αίματα. Δεν ξέρω αν είχαμε τραυματιστεί από τα χτυπήματα, αλλά είχε ανοίξει η μύτη μου και γεμίσαμε αίματα. Άρχισα να φωνάζω και τότε αυτός σταμάτησε. Πήγαμε στο νοσοκομείο θυμάμαι και είπαν ότι είχαμε ατύχημα με το αμάξι αλλά τίποτα σοβαρό απλά να κοιτάξουν εμένα… Γυρίσαμε σπίτι και δεν ακούστηκε κανενός η μιλιά.

Τα χρόνια πέρασαν με ξύλο και φωνές ώσπου αποφασίσαμε να φύγουμε για πάντα σε άλλη πόλη. Μετά από δυο χρόνια μας βρήκε και ήρθε να μας βρει και να μείνει μαζί μας. Σε αυτό τον βοήθησαν τα αδέλφια τις μητέρας μου που παρόλο που ήξεραν τι είχαμε περάσει με αυτόν τον άνθρωπο, επέμεναν να είναι μαζί για να…

«μη χαλάσει το σπίτι». Το χαλασμένο…

Ήμουν πλέον έφηβη και ήξερα να του απαντήσω για το κάθε τι. Από εκεί και μετά ασχολήθηκε μαζί μου, όχι με τη μαμά μου. Ξύλο, πολύ ξύλο, πονούσε όλο μου το σώμα… Είχα μελανιές και γδαρσίματα παντού. Στο σχολείο ήμουν σαν χαμένη. Είχαμε μια καθηγήτρια που ήταν κοινωνική λειτουργός, και μαζί της ένιωθα πολύ καλά και έτσι σιγά σιγά άρχισα να της ανοίγομαι.. Με δυσκολία άρχισα να της λέω τα βιώματα μου, νομίζω δε με πίστεψε ώσπου της έδειξα τα σημάδια μου, τα πόδια μου με μώλωπες και η πλάτη μου με γρατσουνιές. Κάλεσε τους γονείς μου αλλά φυσικά ο πατέρας μου απλά δεν παραδέχτηκε τίποτα. Ήθελαν να το συνεχίσουν το θέμα, αλλά χρειαζόταν τη συγκατάθεση μου. Αρνήθηκα γιατί φοβόμουν τι θα γινόμασταν εγώ και η μαμά μου…

Έφτασα στα 18 και μετακόμισα μόνη μου.  Δούλευα σε καφετέρια το πρωί και τα απογεύματα πήγαινα στη σχολή. Ακόμη και τότε δε σταμάτησε να με ενοχλεί, ερχόταν στη δουλειά μου και έλεγε στον εργοδότη μου να με απολύσει, ότι θα του κάνει ζημιά και διάφορα άλλα. Κάθε βράδυ σχεδόν με περίμενε από κάτω από το σπίτι μου χωρίς να μου λέει κάτι, απλά κοιτούσε… Με έπαιρνε τηλέφωνο και με έβριζε, με χτύπησε στη μέση του δρόμου, ντράπηκα, φοβήθηκα! Μίλησα στη μαμά μου και αποφασίσαμε να πάω στην αστυνομία. Έτσι και έκανα. Έκανε πάρα πολύ καιρό να με ενοχλήσει, αραιά και που ένα τηλέφωνο και ενώ η κουβέντα ξεκινούσε με το τι κάνεις, πως περνάς κατέληγε σε βρισιές προσβολές και απειλές.

Χαθήκαμε, χώρισαν με τη μαμά μου και έκανε άλλη οικογένεια. Απέκτησε και ένα παιδάκι. Έχω να τον δω 5 χρόνια και ακόμη πονάω. Πολλές φορές σαν παιδί παρακαλούσα το Θεό να μου φέρει ένα μπαμπά σαν της φίλης μου. Να παίζει μαζί μου, να ζωγραφίζει μαζί μου και αλλά πολλά να σαν αυτά που έκανε ο κύριος Κώστας με την Ειρήνη. Όμως – δεν μπορώ να εξηγήσω πως είναι δυνατόν – με όλα αυτά που έκανε, εγώ σαν παιδί πολλές φόρες τον αναζητούσα και έκλαιγα. Ακόμα και τώρα που είμαι αρκετά μεγάλη, παντρεμένη και έχω αποκτήσει τα δικά μου παιδάκια κάποιες στιγμές… τον αναζητώ! Θα ήθελα να γνωρίσει τα εγγόνια του αλλά φέρνοντας το πρόσωπο του στο μυαλό μου γεμίζω με μίσος, θλίψη, φόβο. Σφίγγεται το στομάχι μου και η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει πολύ γρήγορα. Όπως και τότε όταν ήμουν μικρή…

(Κοινοποιήστε αυτό το άρθρο!  Όμως δεν επιτρέπεται η αντιγραφή του χωρίς άδεια)

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα! 

Αφήστε το σχόλιο σας εδώ κάτω γιατί εμείς θέλουμε να το διαβάσουμε

Author

Γεια σου! Είμαι e-mama Λίζα, Θεσσαλονικιά από κούνια, καλλιτεχνικό και ανήσυχο πνεύμα, λατρεύω οτιδήποτε κάνει χαρούμενους τους ανθρώπους! (όπως πχ η σπανακόπιτα). Η ζωή μου κινείται γύρω από 2 μικρούς και πολύχρωμους σίφουνες, τον 6 ετών Mini Me (Θάνο) και τον 2 ετών Mini Me Junior (Φοίβο). Μαζί θα ενημερωθούμε, θα διασκεδάσουμε, θα μαγειρέψουμε και θα βγάλουμε από μέσα μας ότι μας βαραίνει! Θα με βρεις στα άρθρα και τις φωτογραφίες του e-mama.gr, στα social media, στην επικοινωνία! :)

1 Comment

Write A Comment